Τοπικά

Διδάσκει παραδοσιακούς χορούς στο Λύκειο Ελληνίδων Βόλου …επί 46 χρόνια «Θ»

Σ02 Φ1 ΠΡΟΣΩΠΟ (4)

Λάτρης της ελληνικής παράδοσης, διδάσκει χορό στο Λύκειο Ελληνίδων Βόλου από το 1970. Ο Γιάννης Πραντσίδης σε αυτή τη διαδρομή που κρατάει 46 χρόνια τώρα, μύησε στους παραδοσιακούς χορούς εκατοντάδες παιδιά, έχοντας μία αξιοζήλευτη δραστηριότητα για πολλές δεκαετίες. Μακεδόνας στην καταγωγή και με ρίζες από την Ανατολική Ρωμυλία, είχε αρκετά βιώματα μέσα στην οικογένειά του, τα οποία έπαιξαν σημαντικό ρόλο στο να αγαπήσει από τα νεανικά του χρόνια τους λαϊκούς χορούς.

Με αφορμή τη χθεσινή παράσταση στο ανοικτό θέατρο της Νέας Ιωνίας, στην οποία χόρεψαν 250 παιδιά που ανήκουν στα χορευτικά τμήματα του Λυκείου Ελληνίδων Βόλου, ο Γιάννης Πραντσίδης μίλησε για την εξαιρετική δουλειά που γίνεται, αλλά και την αλματώδη εξέλιξη που γνωρίζει τα τελευταία χρόνια η εκμάθηση παραδοσιακών χορών. «Οι γονείς μου κατάγονται από τη Βόρεια Θράκη. Ήταν 15-16 ετών όταν ήρθαν στην Ελλάδα από το Καβακλί της Ανατολικής Ρωμυλίας κι εγκαταστάθηκαν στο Αιγίνιο Πιερίας. Στο χωριό όπου μεγάλωσα, τα έθιμα του τόπου των δικών μου ήταν ακόμη ζωντανά. Έμαθα χορό στην πλατεία του χωριού, όπου χορεύαμε κάθε Κυριακή σε πανηγύρια ή γιορτές. Όταν κατέβηκα φοιτητής στην Αθήνα, για να σπουδάσω στην Εθνική Ακαδημία Σωματικής Αγωγής και είδα ότι υπήρχε μάθημα ο ελληνικός χορός, κυριολεκτικά βρήκα τη χαρά μου», είπε χαρακτηριστικά ο κ. Πραντσίδης.
Όσο για το πώς βρέθηκε από το Αιγίνιο στο Βόλο; Ο Κατερινιώτης δάσκαλος χορού θυμήθηκε την συγκυρία, χάρις στην οποία βρέθηκε να διδάσκει χορό στο τοπικό παράρτημα του Λυκείου Ελληνίδων. «Όταν ολοκλήρωσα τις σπουδές μου στην ΕΑΣΑ παρουσιάστηκα στον στρατό. Στην αρχή πήγα στον Άραξο. Τότε στο Λύκειο Ελληνίδων ήταν δασκάλα η Μαρία Παλιούρα, συνάδελφος γυμνάστρια. Εκείνη την εποχή στη Νέα Αγχίαλο υπηρετούσε ένας φίλος μου, ο Αιμίλιος Τσιλιγκερίδης, επίσης γυμναστής, ο οποίος είχε περάσει και ως χορευτής από το Λύκειο Ελληνίδων στην Αθήνα κι εκεί γνωριστήκαμε. Ερχόμενος στο Βόλο βοηθούσε στη διδασκαλία, αλλά μετά που απολύθηκε, προέκυψε κενό. Έδωσε τα στοιχεία μου στο συμβούλιο του Λυκείου στο Βόλο. Στην αρχή βρέθηκα με μετάθεση στη Λάρισα, γιατί στη Νέα Αγχίαλο δεν υπήρχε θέση για την ειδικότητα μου. Πέρασαν μία-δύο ημέρες και δέχθηκα ένα τηλεφώνημα στη Λέσχη Αξιωματικών, αφού ήμουν έφεδρος. Στην άλλη γραμμή ήταν μία κυρία, μέλος του Δ.Σ. και μου είπε: «Εμείς σε φέραμε. Να έρθεις στο Βόλο για να μιλήσουμε». Τέσσερις μήνες αργότερα άνοιξε μία θέση στην 111 Πτέρυγα Μάχης και πήρα μετάθεση για τη Νέα Αγχίαλο. Όταν ολοκλήρωσα την στρατιωτική μου θητεία, έπειτα από απαίτηση του διοικητικού συμβουλίου να μείνω στο Βόλο, πήγα άλλαξα την αίτησή μου για τον διορισμό και έμεινα μόνιμα εδώ. Δεν είχα καμία σχέση με τον Βόλο. Μάλιστα, στην αρχή τα χαρτιά που είχα υποβάλει για να διοριστώ ήταν για Κατερίνη και Θεσσαλονίκη, ώστε να βρίσκομαι πιο κοντά στο Αιγίνιο. Όμως, η ζωή τα έφερε έτσι που εγκαταστάθηκα οριστικά στο Βόλο».
Ο Γιάννης Πραντσίδης παράλληλα με το ρόλο του δασκάλου χορού στο Λύκειο Ελληνίδων, το 1983 βρέθηκε με απόσπαση στο ΤΕΦΑΑ του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Εκεί δίδαξε για αρκετά χρόνια. Το 2000 έκανε τη διδακτορική διατριβή του, έπειτα πήρε θέση λέκτορα, ενώ μία οκταετία αργότερα συνταξιοδοτήθηκε όντας επίκουρος καθηγητής. Φυσικά το αντικείμενο που δίδαξε, ήταν, τι άλλο; Ελληνικός χορός. «Για μένα είναι η ζωή μου», εξομολογήθηκε ο ίδιος, για να συμπληρώσει: «Διδάσκω χορό για 46 χρόνια και η μεγαλύτερη χαρά μου είναι ότι όλο αυτό το διάστημα πέρασε πολύς κόσμος από τα χορευτικά τμήματα του Λυκείου Ελληνίδων. Ασχολήθηκα με ένα κομμάτι πολύ σημαντικό του πολιτισμού μας. Πλέον έχουμε ανθρώπους κάθε ηλικίας κοντά μας. Στους ενήλικες δεν υπάρχει περιορισμός στα χρόνια, ενώ έχουμε παιδάκια από 4-5 ετών. Συνολικά διδάσκουν άλλοι επτά δάσκαλοι χορού, οι οποίοι εννοείται ότι έχουν περάσει χρόνια από τις ομάδες. Όπως για παράδειγμα, ο Θανάσης Μπέας που είναι και άμεσος συνεργάτης μου στη μεγάλη ομάδα. Υπήρξε μαθητής μου στο σχολείο. Μετά τον είχα χορευτή, ενώ έπειτα έγινε δάσκαλος και ο ίδιος».
Συγκρίνοντας το χθες με το σήμερα, στάθηκε στη «στροφή» που υπήρξε και την ολοένα αυξανόμενη συμμετοχή των νέων στα χορευτικά τμήματα του Λυκείου Ελληνίδων Βόλου: «Όταν ξεκίνησα να διδάσκω, υπήρχε μία αντίληψη απαξιωτική για την ελληνική παράδοση. Την εποχή που πρωτοήρθα στο Βόλο, σε ολόκληρη τη Θεσσαλία υπήρχαν δύο σύλλογοι: Το Λύκειο Ελληνίδων και η «Καραγκούνα» στην Καρδίτσα. Έγινε πολλή καλή δουλειά από τους δασκάλους χορού. Είναι οι αφανείς ήρωες αυτής της υπόθεσης. Γι’ αυτό σήμερα ξεπηδούν νέοι σύλλογοι. Ο κόσμος έχει πειστεί ότι αξίζει να διασωθεί η κουλτούρα αυτή. Ο χορός δεν είναι απλά βήματα, αλλά ένας τρόπος ζωής που έχει ρίζες πολύ βαθιές. Να έχεις τέτοιον πολιτισμό και να τον απαρνείσαι; Δεν το δέχομαι αυτό».
Μάλιστα ο κ. Πραντσίδης ανέφερε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα: «Μετά τη δημιουργία του ελληνικού κράτους το 1830 ο χορός ζούσε και καλά κρατούσε. Στα ανάκτορα σε κάποια γενέθλια του Όθωνα, οι ήρωες του ’21 χόρεψαν με φουστανέλες. Όμως μετά αρχίσαμε να μιμούμαστε την Ευρώπη και να υιοθετούμε δυτικά πρότυπα. Όταν ενηλικιώθηκα, έβλεπα έναν πολιτισμό καθαρόαιμο και παρεξηγημένο. Αυτό με έκανε να αγαπήσω ακόμη περισσότερο τη λαϊκή παράδοση. Έτσι, κάθε φορά που μπαίνω για πρώτη φορά σε μία τάξη, εκείνο που προσπαθώ ως δάσκαλος είναι να πείθω τους μαθητές μου ότι αξίζει να ασχοληθούν με αυτό το κομμάτι του ελληνικού πολιτισμού».

Προηγούμενο ΆρθροΕπόμενο Άρθρο

Μοιραστείτε το