Άρθρα

Διαφωτισμός και οικονομική συνθήκη

Του Δημήτρη Σιάτρα

εισαγωγικά
Ο όρος «Διαφωτισμός» χρησιμοποιείται συνήθως για να υποδηλώσει ένα ιστορικά οριοθετημένο πνευματικό κίνημα, που απέβλεψε στον φωτισμό της σύστασης του κόσμου, της ζωής και του ανθρώπου, με όργανο τον ορθό Λόγο και με σκοπό την εξασφάλιση ευεργετικής γνώσης. Ο Ι. Kant θεώρησε τον Διαφωτισμό ως διαρκές γνωστικό αίτημα που επιδιώκει: «να τεθούν οι βάσεις της γνώσης στο υποκείμενο που γνωρίζει και όχι στο αντικείμενο που γνωρίζουμε… Αυτή η δραστηριότητα του υποκειμένου δεν ματαιώνει την εξωτερική πραγματικότητα…, αντίθετα, θέλει να εξασφαλίσει την αντικειμενική και σίγουρη γνώση…».1 Σε κάθε περίπτωση ο Διαφωτισμός αντιπροσωπεύει την πρόσκληση προς τον άνθρωπο να εμπιστευτεί τη νοητική του ικανότητα και να τη χρησιμοποιήσει για να γνωρίσει.
Είναι αυτονόητο ότι για την πραγματοποίηση του διαφωτιστικού ιδεώδους δεν αρκούν οι θεωρητικές συλλήψεις και ανακοινώσεις, αλλά απαιτείται και η ύπαρξη μιας εκπαιδευτικής δυνατότητας, που αντικειμενικά συναρτάται προς τη γενικότερη οικονομική συνθήκη.

ιστορική επισκόπηση

γενική αναφορά
Γενικές περιπτώσεις Διαφωτισμού στην πολιτιστική εξέλιξη της ανθρωπότητας εμφανίζονται στις τρεις από τις τέσσερις φάσεις της εξέλιξης αυτής, ήτοι: στη δεύτερη, στην τρίτη και στην τέταρτη. Η δεύτερη (5000-3000 π.Χ.) περιλαμβάνει τους αρχαίους πολιτισμούς (Αιγύπτου, Μεσοποταμίας, Ινδιών, Κίνας). Η τρίτη -η κατά τον K. Jaspers «αξονική» – (800-200 π.Χ.), περιλαμβάνει τις σημαντικές για όλους τους ανθρώπους διδασκαλίες του Κομφούκιου και του Λάο-Τσε (Κίνα), των Ουμπανισάδων και του Βούδα (Ινδίες, Κίνα), του Ζαρατούστρα (Περσία), των Προφητών (Ισραήλ), του Ομήρου, του Παρμενίδη, του Πλάτωνα κ.λπ. (Ελλάδα), που αποτέλεσαν τον πολιτιστικό άξονα της παγκόσμιας ιστορίας. Η τέταρτη (από τα μέσα του 15ου αιώνα μέχρι σήμερα) σφραγίστηκε από την επιστημονική – τεχνολογική έκρηξη.2
Σε όλες αυτές τις περιόδους, οι γενικότερες πνευματικές εξάρσεις και οι διαφωτιστικές προσπάθειες (διδασκαλίες) συνέστησαν υπερβάσεις των παραδοχών σχετικά με τη σύσταση και τη δομή του φυσικού κόσμου, καθώς και τη θέση του ανθρώπου μέσα σ’ αυτόν. Η πρόβαση της επιστήμης, με τις τεχνολογικές επαληθεύσεις της, όριζε κάθε φορά τα δεδομένα της οικείας κοσμοθεώρησης, η οποία κατηύθυνε την εκπαίδευση και τις σχετικές προσαρμογές του ανθρώπου.

ευρωπαϊκός Διαφωτισμός
Ο ευρωπαϊκός Διαφωτισμός γεννήθηκε και αναπτύχθηκε μέσα σ’ ένα πλαίσιο συντεθειμένο από τις πνευματικές παρακαταθήκες της Αναγέννησης και από τα δεδομένα που δημιούργησε η επιστημονική επανάσταση του 17ου αιώνα, με την εκρηκτική ανάπτυξη των φυσικών επιστημών. Ως συστηματική και άμεση αναφορά των οικείων αρχών του, ο ευρωπαϊκός Διαφωτισμός εξέπεμψε τις παραδοχές του κατά τον 17ο και τον 18ο αιώνα, ενώ οι επιδράσεις του συνεχίστηκαν και μεταγενέστερα. Ως αίτημα και ως επίδραση ο ευρωπαϊκός Διαφωτισμός εισέδυσε στους χώρους της φιλοσοφίας, της επιστήμης, της πολιτικής και του πολιτισμού (Τέχνες). Στους χώρους αυτούς παρήγαγε πληθώρα έργων που σημάδευσαν την ιστορία του πνεύματος και της επιστήμης. Ανάμεσα σ’ αυτά σημειώνονται εδώ ενδεικτικά: ο «Λόγος περί Μεθόδου» του R. Descartes (1637), η «θεολογικο-πολιτική πραγματεία» του B. Spinoza (1670), οι «Πραγματείες περί διακυβέρνησης» του J. Locke (1690), το «Πνεύμα των Νόμων» του K. Montesquieu (1748), η γαλλική «Μεγάλη Εγκυκλοπαιδεία» (1751-1772), το «Πνεύμα» του Κ. Ελβέτιου (1758), το «Κοινωνικό Συμβόλαιο» του J-J Rousseau (1762), το «Φιλοσοφικό Λεξικό» του F. Voltaire (1764), η «Κριτική του καθαρού Λόγου» του I. Kant (1781, 1787), Η «Έρευνα για τη Φύση και για τα αίτια του πλούτου των Εθνών» του Ad. Smith (1786) κ.λπ.
Στον ευρωπαϊκό χώρο, το πνευματικό κίνημα του Διαφωτισμού συνέπεσε ιστορικά – από τον 17ο αιώνα – με την οικονομική εξέλιξη που προήλθε από τη «Βιομηχανική Επανάσταση» και οδήγησε στην καθιέρωση των αρχών και της πρακτικής του οικονομικού φιλελευθερισμού. Σε γενική κλίμακα, οι οικονομικές συνθήκες της εποχής του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού προσέφεραν στο κίνημα αυτό ικανά μέσα διδασκαλίας και διάδοσης των αρχών του.

νεοελληνικός Διαφωτισμός
Ως πνευματικό κίνημα, ο νεοελληνικός Διαφωτισμός συμπορεύθηκε με την ανάπτυξη της ιδέας των Φώτων που συντελέστηκε στη δυτική Ευρώπη.3 Το περιεχόμενό του εκφράστηκε – αν και με παραλλάσσουσες ή διαφοροποιημένες απόψεις – από μια πλειάδα επώνυμων διανοητών όπως: ο Ιώσηπος Μοισιόδαξ, ο Ευγένιος Βούλγαρης, ο Δ. Καταρτζής, ο Βενιαμίν ο Λέσβιος, ο Α. Ψαλίδας, ο Χ. Παμπλέκης, ο Θ. Κοριδαλλέας, ο Αδ. Κοραής, ο Ρήγας ο Βελεστινλής, ο Δανιήλ Φιλιππίδης, ο Άνθιμος Γαζής.4
Ο νεοελληνικός Διαφωτισμός αναπτύχθηκε κυρίως στο πρόσφορο έδαφος που είχε δημιουργήσει η οικονομική ευρωστία των ελληνικών εμπορικών παροικιών του εξωτερικού, καθώς και ο πλούτος που είχαν συσσωρεύσει σε ορισμένα νησιά οι Έλληνες καραβοκύρηδες. Έλληνες έμποροι του εξωτερικού: από τη Ρωσία, την Αυστρουγγαρία, τη Μολδαβία και τη δυτική Ευρώπη διέθεσαν αξιόλογα ποσά για να δημιουργηθούν στην υπόδουλη Ελλάδα σχολεία και βιβλιοθήκες. Επίσης σε ορισμένα νησιά, ο πλούτος που απέφερε κυρίως η εμπορική ναυτιλία επέτρεψε τη δημιουργία μορφωτικών υποδομών. Χαρακτηριστικές είναι οι εξής περιπτώσεις: α. Στην Πόλη της Χίου λειτούργησε από το 1792 μια ονομαστή Σχολή, στην οποία δίδαξαν λαμπροί δάσκαλοι και την οποία η κοινότητα επιχορηγούσε με το ποσό των 10.000 γροσίων τον χρόνο. β. Στην Ύδρα, κατά τον 19ο αιώνα, η κοινότητα ενδιαφέρθηκε για μια εκπαίδευση ανώτερης στάθμης. Σ’ ένα συμβόλαιο που καταρτίσθηκε την 1-8-1816 μεταξύ της κοινότητας Ύδρας και ενός επιλεγμένου δασκάλου (Ιωάννη Μαμάκη), αναφέρεται ότι ο δάσκαλος έπρεπε να παραδίδει στους μαθητές τον «Έλληνα Λόγον», τα «γραμματικά μαθήματα», την «Ιταλικήν διάλεκτον», την «γραμματικήν Θεοδώρου του Γαζή», ώστε οι μαθητές να μπορούν να καταλάβουν τα «ποιητικά του Ομήρου και άλλων παλαιών Ελλήνων ποιητών με μέτρα…», την «λογικήν του Ευγενίου, μεταφυσικήν, ρητορικήν, φυσικήν, γεωμετρίαν, γεωγραφίαν και ηθικήν φιλοσοφίαν». Η κοινότητα πλήρωνε στον δάσκαλο «4.000 γρόσια το χρόνο και άλλα 400 γρόσια εις τίτλον ζωοτροφίας». Η αμοιβή ήταν τεράστια.
Ο ιστορικός Απ. Βακαλόπουλος έχει σημειώσει ότι μια ελληνική οικονομική ακμή έδωσε μεγάλη δύναμη στη λόγια και στη λαϊκή ελληνική παράδοση. Τη σχέση ανάμεσα στον νεοελληνικό Διαφωτισμό και στην οικονομική ανάπτυξη συνομολογούν επίσης, με ιστορικές επισημάνσεις τους, ο Κ. Τσάτσος, ο Γ. Κορδάτος, ο Κ. Δημαράς, ο Τ. Βουρνάς κ.ά.

ιδιάζουσα μορφή
Ο ευρωπαϊκός και ο νεοελληνικός Διαφωτισμός συμπεριέλαβαν τόσο τον υλιστικό αθεϊσμό όσο και την ιδέα περί «φυσικής θρησκείας» (Τheologia naturalis, Deismus). Ο Ντεϊσμός αρνήθηκε την ύπαρξη μιας «εξ αποκαλύψεως αλήθειας» και εμπιστεύτηκε την απόδειξη της ύπαρξης του Θεού στην ανθρώπινη νόηση. Χαρακτηριστικές είναι επ’ αυτού οι εξής απόψεις νεοελλήνων Διαφωτιστών: «…δοξάζουν ένα ον έξω του κόσμου τούτου… εκ μόνον του νοός εγνωσμένον…» (Ευγένιος Βούλγαρης) και «…έχει να αποδείξει με το φυσικόν φως του νου μας την ύπαρξιν του Θεού» (Δ. Καταρτζής).6
Γενικά, ο Ντεϊσμός αποδέχεται: α. την ύπαρξη ενός υπέρτατου όντος, που δημιούργησε τον κόσμο και τους νόμους της φύσης, και β. μια θρησκεία που συνίσταται στη λατρεία και στη διδασκαλία της δικαιοσύνης, όχι σε περιττούς μηχανισμούς.7

Γενική θεώρηση του Διαφωτισμού

διαγνωστική προσέγγιση
Ανιχνεύοντας την εννοιολογική σύσταση του Διαφωτισμού, παρατηρούμε ότι το πνευματικό αυτό κίνημα:
– διεκδικεί και διακηρύσσει την πλήρη αυτονομία της ανθρώπινης νόησης, στην οποία αναθέτει την αποστολή να βρει και να αναδείξει την αλήθεια,
– αρνείται όλους τους περιορισμούς – εκτός των ηθικών – στην επιστημονική έρευνα και στη θεωρητική αναζήτηση της αλήθειας,
– αναζητά τις λογικές αιτίες των φαινομένων και συγκροτεί μ’ αυτές μια θεωρία για τον κόσμο,
– αξιώνει την εμπειρική επαλήθευση της θεωρητικής γνώσης,
– επιδιώκει την ανάπτυξη κριτικής συνείδησης απέναντι σε κάθε γνωστική εκδοχή,
– φωτίζει τα αντικείμενα της επιστημονικής διερεύνησης, συγχρόνως δε την εποπτεύουσα ανθρώπινη συνείδηση,
– επιχειρεί, σύμφωνα με τη διατύπωση του I. Kant, την «έξοδο του ανθρώπου από την ανωριμότητά του, για την οποία είναι ο ίδιος υπεύθυνος»,8
– ενσωματώνει τη λειτουργία του δεικνύειν και, κατ’ επέκταση, του διδάσκειν, με την έννοια ότι φωτίζει τα αντικείμενα της ανθρώπινης α-πορίας και γίνεται δημιουργός θεωρίας με παιδαγωγική σημασία.9

κριτικές επισημάνσεις
Σχετικά με τον Διαφωτισμό, έχουν διατυπωθεί γενικά οι εξής κριτικές παρατηρήσεις:
– δέχεται την ανθρώπινη διάνοια, όχι απλώς ως όργανο διάγνωσης του πραγματικού, αλλά ως μοναδική εγγύηση κάθε ανθρώπινης παραδοχής,
– προσδίδει στις επί μέρους διανοητικές συλλήψεις ένα κύρος που υπερβαίνει το αντικείμενό τους και τη γνωστική περιοχή τους,
– δημιουργεί στο άτομο την ψευδή αντίληψη της γνώσης ως οριστικής και αναλλοίωτης κατάκτησης του επιστητού, ενώ η γνώση τελεί διαρκώς υπό αναθεώρηση,
– απαξιώνει την παράδοση ως οδηγό ζωής, πριν ακόμη η καινούργια γνώση δημιουργήσει μια νέα πρακτική,
– δεν ενσωματώνει τα δεδομένα της εξαίρεσης και της αυθεντίας, ενώ αυτά μετέχουν στον σχηματισμό καταστάσεων της ζωής,
– τέλος, κατά την παρατήρηση του K. Jaspers, «θέλει απλώς να γνωρίζει και να μην πιστεύει».10

Οικονομική συνθήκη
Ο Διαφωτισμός είναι θεωρητικό διάβημα που προβάλλει ως απάντηση στον γενικό πνευματικό προβληματισμό του ανθρώπου. Ο προβληματισμός αυτός προϋποθέτει ανάλογο μορφωτικό κεκτημένο, που είναι απότοκο σχετικής εκπαίδευσης. Και κάθε οργανωμένη εκπαίδευση απαιτεί συστηματική διδασκαλία, γραπτά βοηθήματα και εποπτικά μέσα.
Ειδικότερα, ο Διαφωτισμός, ως πνευματική επιδίωξη που υπερβαίνει τη διδαχή των κεκτημένων γνώσεων και επιχειρεί να διανοίξει τους γνωστικούς ορίζοντες, έχει ανάγκη νέων επιστημονικών διαγνώσεων πιστοποιημένων με πειραματικές επαληθεύσεις.
Είναι πρόδηλο ότι για την πραγμάτωση των ομόζυγων εκπαιδευτικών και διαφωτιστικών επιδιώξεων είναι αναγκαία η συνδρομή του οικονομικού παράγοντα. Η παραδοχή αυτή ενισχύεται από την κοινή πείρα και αποκρυσταλλώνεται με την περιλάλητη ρήση του Δημοσθένη: «Δει δη χρημάτων… και άνευ αυτών ουδέν εστί γενέσθαι των δεόντων».

έσχατος λόγος
Για την καταξίωση του ανθρώπου, πρέπει οι πνευματικές αναζητήσεις του να τίθενται πάνω από τις ανεπάρκειες και τις δυσμένειες που αυτός αντιμετωπίζει.

Σημειώσεις
1. Βλ. U. Eco, Η σκέψη του I. Kant, μτφ. Ε. Τουλούπη, Ιστορία της Φιλοσοφίας, επιμ. Eco-Fedringa, Αθήνα 2018, τ. 5ος, σελ. 236.
2. Βλ. K. Jaspers, Εισαγωγή στη Φιλοσοφία, μτφ. Χ. Μαλεβίτσης, Αθήνα – Γιάννινα 1983, σελ. 185-187.
3. Βλ. Π. Νούτσου, Νεοελληνικός Διαφωτισμός, Αθήνα 2005, σελ. 320.
4. Πρβλ. Π. Κονδύλη, Ο Νεοελληνικός Διαφωτισμός, Αθήνα 1998, σελ. 12-13, 36.
5. Αρχ. Κοιν. Ύδρας, τ. 5ος, σελ. 286-288.
6. Βλ. Π. Κονδύλη, όπ.π., σελ. 18-19, 140.
7. Βλ. U. Eco-R. Fedringa, όπ.π., τ. 5ος, σελ. 96-97.
8. Πρβλ. K. Jaspers, όπ.π., σελ. 174-176.
9. Ι. Θεοδωροπούλου, Φιλοσοφία και Εκπαίδευση, ΕΦΕ, τεύχ. 17/1989, σελ. 182-184.
10. Πρβλ. K. Jaspers, όπ.π., σελ. 176.

Προηγούμενο ΆρθροΕπόμενο Άρθρο
Μοιραστείτε το