Άρθρα

Χριστουγεννιάτικες μέρες

Του Κυριάκου Παπαγεωργίου

Α’ Προπαραμονή στο Πήλιο (Δεκαετία του ’90)
Είναι προπαραμονή Χριστουγέννων και ανηφορίζω ώς στις Μηλιές. Αφού αναλωθώ όλη μέρα σε πεζοπορίες, γύρω από το χωριό, το βραδάκι θα περάσω από της κυρα-Μαρίας για να πιούμε ένα κρασάκι και να κουβεντιάσουμε δίπλα από το τζάκι με τον Μπάμπη και τον Νικηφόρο. Στην άκρη της πλατείας ο Γιάννης κι ο Κωστής διατηρούσαν, τα ωραία εκείνα χρόνια, ένα συμπαθέστατο ταβερνάκι και τραβούσαμε ως εκεί για να δοκιμάσουμε τους νοστιμότατους μεζέδες που έφτιαχνε η κυρά Μαρία, η Ρουμελιώτισσα. Και βέβαια να ακούσουμε ύστερα ωραίες ιστορίες από τον Νικοφόρο και τον Μπάμπη που είχε ανέβει κι εκείνος στο βουνό, νωρίτερα από μας.

Το ταβερνάκι χαμηλοτάβανο, με τζακάκι στη γωνία να καταλάμπει, με φλογίτσες τραγανιστές και μια ή δυο παρέες, το πολύ να σιγοντάρουν ψιλοπίνοντας το κρασάκι τους. Μαγικές βραδιές…

Ο Μπάμπης δεν πολυμιλούσε ούτε και απαντούσε με την πρώτη ερώτηση που θα του έκανες. Ζύγιαζε τις σκέψεις, ορθοτομούσε τις λέξεις και άμα το ποτήρι έφτανε στα χείλια του τούφευγαν ψιθυρισμοί και καναδυό ακατανόητες συλλαβές.

*
Ο Μπάμπης δεν ήταν απ’ τους ανθρώπους που επιζητούσαν τη δημοσιότητα ή τον κύκλο των συζητήσεων, γι’ αυτό κι ερχόταν στο ταβερνάκι της Κυρα-Μαρίας, για νάβρει τη ησυχία που αποζητούσε.

Γι’ αυτό άλλωστε και αποσύρθηκε δέκα και παραπάνω χρόνια στις Μηλιές. Ήταν μια ξεχωριστή περίπτωση, ένα μεγάλο μοναχικό παιδί.

Ο Μπάμπης που γνωρίσαμε τα υπέροχα χειμερινά βράδια στις Μηλιές, βίωσε πάνω από δέκα χρόνια τη μοναξιά και την αγωνία της με καρτερικότητα και στοχασμό.

Στο συμπαθητικό ταβερνάκι της Ρουμελιώτισσας κυρα-Μαρίας, εκεί στην άκρη της πλατείας, τα κρύα βράδια του χειμώνα, ο Μπάμπης με ή χωρίς συντροφιά, πότε με το Γιάννη, τον Κωστή ή τον Νικηφόρο, πότε ολομόναχος και στοχαστικός, έπινε το κρασάκι στο ημίφως της γωνίας, με τη βροχή ή το χιόνι, με παγωνιά ή αγιάζι και με το μπρούσκο να ρέει και να κινητοποιεί ένα λόγο αργό, μεστό κι ονειροπόλο.
Έτσι κι εκείνη την παραμονή των Χριστουγέννων.

*
Ο Μπάμπης ζούσε μονάχος σ΄ ένα μικρό σπιτάκι που είχε αγοράσει στις Μηλιές. Μπούχτισε όμως. Δε θυμάμαι από τι. Και μια μέρα, πάνε κάμποσα χρόνια, πήρε των ομματιών του, τα λίγα υπάρχοντά του, τις ιδέες μαζί και την αγάπη για τον τόπο κι αναχώρησε. Πούλησε το σπιτάκι κι έφυγε για την καταβόθρα την Αθήνα.

Β’ Παραμονή στο Ζαγόρι (Δεκαετία του 2000)
Είναι παραμονή Χριστουγέννων και βρίσκομαι στο Καπέσοβο. Το μεσημέρι έχουμε στρωθεί σ’ ένα τραπέζι πλούσιο, στου Θουκυδίδη κι ενώ όλοι οι άλλοι κοιμούνται βαρυστομαχιασμένοι από το φρικασέ εγώ παίρνω το μονοπάτι της βίδρας, βαθιά μες το φαράγγι του Βίκου.
Όταν τελειώσω, θα πάω στο παλιό καφενείο να πιώ τον καφέ μου και ν’ απολαύσω τους ντόπιους.

Είναι μουντός ο καιρός κι έξω αρχίζει μια σιγανή, αλλ’ αδιάκοπη ψιχάλα. Μπαίνω στον καφενέ, φίσκα το μαγαζάκι από θαμώνες, ξένος μέσα σε «ξένους», που μιλούν για να «μιλήσουν» και σταματούν για δυο στιγμές, ίσα για να με δουν, καλησπερίζω ευχόμενος χρόνια πολλά, και κάθομαι αμίλητος, υγρός και «ξένος». Γύρω μου πιάνονται σε χορό, σωρός ασύνδετα πράγματα, πράματα ζωηρά, μιλούμενα, αστραφτερά, πενηντάρια που ρέουν άφθονα απ’ τα γυάλινα κορμάκια, ρηγάδες και ζάρια σβαρνίζονται απάνω στα τραπέζια, η σόμπα τσιρίζει, το πάτωμα μωσαϊκό, πολύχρωμα με Χάινεκεν κασάκια, βιτρίνα ανακοινώσεων στον τοίχο, πρόσκληση ενδιαφέροντος, σκαμμένα μάγουλα, χέρια πελεκημένα από το μόχθο, ζεμένα στην αξίνα, στο μαυροπίνακα το τιμολόγιο με κιμωλία, ο καφές στις εκατόν πενήντα, το τσίπουρο τρακόσες κι εκείνη η βανίλια ακόμα εκατό, μια λάμπα καταμεσής, σουηδικό φιλέτο στο ταβάνι λιπαρό, καθρέφτης με χαϊμαλιά στις άκρες και κόκκινη διαφήμιση στη μέση, ψεκαστικά και μηχανήματα, μόνο της αντιπροσωπείας, λόγια σκληρά, αχώνευτα και σβουριγμένα από τα ζάρια, το τσιγάρο μόνιμα στα χείλια και το τσίπουρο, μισό στο μάρμαρο χυμένο, να κάνει γκέλες, η τηλεόραση στο σούπερ-σπορ, ΠΑΣ – Βέροια, σε κονσέρβα, για τη βήτα Εθνική, το κατάστημα στην τρίτη κατηγορία, δεν υπόκειται σε αγορανομικό έλεγχο, μια ομπρέλα κρεμασμένη σε καρφί και δυο τραγιάσκες στα ξέφτια του καραβόπανου της εθνικής σημαίας, κάποιος ανοίγει το πορτέλι της σόμπας, φρεσκάρει η μυρωδιά του ξύλου, τα κάρβουνα ηλεκτρίζονται, θολή απ’ τα λίπη η τζαμαρία, – ή μήπως απ’ την υγρασία – και τις χοντρές ανάσες, έξω δε βλέπεις παρά μόνο το σκοτάδι, ένα σκοτάδι μουσκερό, αφηνιασμένο, μια εφημερίδα τσαλακωμένη, νιώθεις τα χέρια πάνω της, με τις παλάμες ξεχασμένες στο λευκό περιθώριο, πούγινε σκούρο, μια κολοκύθα στο περβάζι περσινή και μια μπιγκόνια πλάι της μαραγκιασμένη, χαμηλά έξω απ’ το τζάμι, το Μιτσικέλι ανταριασμένο, σκοτεινό, προηγείται ξαφνικά ο ΠΑΣ, τα χωνιά της σόμπας περνάνε πάνω απ’ το Νέον κάνοντας Γάμα, το ρολόι δείχνει έξη, πάει πίσω το ρημάδι, όπως τόσα πράματα εδώ, ποιος να νοιαστεί να το αλλάξει κι από κάτω γνήσια ανταλλακτικά – αξεσουάρ, δημοκρατίας τόσο, στα Γιάννενα, η ξερή χτυπιέται με μανία στο τραπέζι, το τάβλι κλείνει μ’ εκπυρσοκρότηση κι ουρλιάζουν τα πούλια, ροδέλες φτιάχνει ο καπνός στην γκλαβανή, φεύγουν οι χτεσινοί νομάτοι, έρχεται νέος κόσμος, αργοπορημένος, αλλά είναι χορτάτος από το σέλινο του χοιρινού, κανείς δε με κοιτάει πια, με έχουν συνηθίσει ως ξένο, ο Λουμίδης αχνίζει στο φλιτζάνι, ισοφαρίζει η Βέροια με τον Προτάσοφ κι όλο γυαλίζει του καφετζή το μάτι πίσω απ’ το τεζάχι, έξω βρέχει πια με το τουλούμι, οι σταγόνες περπατάνε στο μωσαϊκό, ακούγονται οι πρόκες καθαρά και σκίζεται η τσόχα, μια ντάμα πετιέται απ’ τους ρόζους ενός παίχτη, υπόκωφη σπαρταράει η ψιλόλιγνη φωνή του Τσιτσάνη, «το παπόρ απ’ την Περσία» κι ενώ κάποιοι χασμουριούνται, με το ένα χέρι βαστώντας το σαγόνι, ο διαιτητής σφυρίζει αναπάντεχα τη λήξη του αγώνα, δίχως να κρατήσει τις επιβαλλόμενες καθυστερήσεις.

Γ’ Ανήμερα στη Μάνη (Δεκαετία του 2010)
Eίναι Χριστούγεννα και μόλις έχω επιστρέψει από τον Αϊ-Γιώργη. Λαχταράω έναν καφέ και μιαν αύρα πνευματικής περιπλάνησης.

Ανοίγω το ανατολικό παράθυρο κι εισπράττω το πρώτο κύμα οξυγονούχας σκέψης. Είναι ένα συνηθισμένο δεκεμβριάτικο πρωινό φορτωμένο νωχέλεια, ακαμψία και νάρκη.

Ο καιρός τρίζει τα δόντια του. Η θάλασσα του Μεσσηνιακού μαύρη κατάμαυρη, ανασαίνει με δυσκολία. Μπουμπουνητά, μαυρίλα, θυμός. Πίσω από το παράθυρο η ψυχή μου στέκει αμήχανη, εισπράττοντας όμως το ελπιδοφόρο μήνυμα της μέρας.

Πιάνω μαζί με τις πρώτες γουλιές του καφέ τα Πεζά του Ρεμπώ. Αναπτερώνομαι, είναι αλήθεια, από τα πυριφλεγή του οράματα.

Ύστερα δαγκώνω μια γωνιά μουστοκούλουρου και πιάνω τον Andre Suares για να πάω ως τον Ακράγαντα, με τις απελπισμένες απόπειρες του Εμπεδοκλή να διαφωτίσει τους συμπολίτες του, σχετικά με τον αληθινό προορισμό και το νόημα της ζωής.

Ωσότου o Έλληνας φιλόσοφος τραβήξει για την Αίτνα, εγώ έχω αποσώσει το γάλα με τα δημητριακά.

Αφήνω τον Ακράγαντα και μετακινούμαι λίγο βορειότερα, ταξιδεύοντας ως το Λιβόρνο. Εκεί συναντώ την ωραία Αndrea Markolongo πραγματοποιώντας λίγες ασκήσεις διανοητικής γραμματικής, μέχρι να με βυθίσει η ευαίσθητη ελληνίστρια σ’ ένα συμβολικό μύθο του Αισώπου, τους «Ναυτικούς». Είναι κι αυτός ένας από τους εννιά λόγους που κατά την άποψή της πρέπει να (ξανα) αγαπήσουμε τ’ αρχαία ελληνικά.

Κάπου στα μισά του πρωινού είμαι ακόμη βυθισμένος στις μελέτες των υπέροχων χριστουγεννιάτικων διαδρομών.

Σηκώνομαι, καθώς έχει κρυώσει ο καφές, ζεσταίνω ένα δεύτερο φλιτζάνι και παίρνω στα χέρια μου ξεφυλλίζοντας μια σαραντάφυλλη πραγματειούλα του George Steiner περί του Ομήρου και των «Καθηγητών του».

Ο ευρωπαίος ομηριστής με προβλημάτισε, είναι αλήθεια, σχετικά με το αν η Ιλιάδα υπερέχει σε ψυχολογικές διεισδύσεις από την Οδύσσεια κι αν η Ιθάκη χωλαίνει μπροστά στο φάσμα της Τροίας.

Καταπίνω τη γουλιά του ζεστού καφέ και μαζί τους στίχους που αποδεικνύουν την ανωτερότητα της ποιητικής φύσης της Ιλιάδας, αλλά και το βαθύτερο νόημα και στόχο του ποιητή των μαχών και συγκρούσεων από τον ποιητή του ταξιδιού και του νόστου.

Βουτάω στον καφέ ένα ακόμη απόσπασμα μουστοκούλουρου, ενώ ταυτόχρονα βουτάω και στ’ αποσπάσματα του χαριτωμένου μικρού βιβλίου της Dolores Payas που έχει τον τίτλο «Πίνοντας με τον Πάτρικ Λη Φέρμορ».

Φτάνω το φλιτζάνι ως τον πάτο και δε μένει παρά το κατακάθι κι ο πηχτός μαύρος πολτός του, όταν πλησιάζω στο φωτεινό και λιόλουστο «σπιτάκι» του Φέρμορ, στην Καρδαμύλη, βλέποντας τον υπέργηρο ελληνολάτρη να είναι αγκαλιασμένος με την Ισπανίδα μεταφράστριά του στο κορυφαίο εκείνο πεζούλι της αυλής του.

Τώρα τι πίνει η Ντολόρες με τον Paddy δεν το ξεκαθάρισα. Εγώ πάντως έχω αποσώσει τον καφέ μου κάνοντας έναν ολόκληρο γύρο, μέσα σε μία ώρα, σε πεντέξι διαφορετικά ποτά μελέτης και πρωινής πνευματικής γυμναστικής…

Ύστερα βγαίνω από το σπίτι. Ο κόσμος και η ατμόσφαιρα μέσα – έξω έχει «ξεκαθαρίσει». O κόσμος των ποτών και των βιβλίων είχαν ήδη κάνει τη δική τους δουλειά…

Ο Ταΰγετος αστράφτει μετά την καταιγίδα…

Ο Ταΰγετος όπως φαίνεται από το σπίτι του Φέρμορ
Προηγούμενο ΆρθροΕπόμενο Άρθρο

Μοιραστείτε το