Άρθρα

Χριστούγεννα του ’60

Του Δημήτρη Α. Σκυργιάννη

Είναι πηχτό σκοτάδι. Χαράματα, ακόμη σκοτάδι. Τακ-τακ… τακ-τακ… αντηχούν στην άσφαλτο τα γρήγορα βήματά μας. Είναι τα βήματα του πατέρα και τα δικά μου. Πίσσα, βαθύ σκοτάδι. Και κρύο! Χαράματα, κάπου 6 η ώρα. Είναι 25 Δεκέμβρη, χειμώνας, εκείνη την ώρα είναι ακόμη νύχτα. Ο πατέρας μέσα στο βαρύ του παλτό χωμένος, με κασκόλ και τη ρεπούμπλικα μέχρι τ’ αυτιά. Κι εγώ το ίδιο. Κατεβαίνουμε γοργά τη Φιλίππου Ιωάννου, το κρύο περονιάζει… Στην Πολυμέρη, ψηλά στο φως του στύλου, διακρίνω νιφάδες χιονιού! «Μπαμπά, χιονίζει…!». «Το βλέπω κι εγώ», μου απαντά. «Προχώρα τώρα μη παγώσουμε». Ξέρω πού πάμε. Αλλά είναι η πρώτη μου φορά. Και το κρύο να περονιάζει. Και ψιλοχιονίζει… Φαίνεται πως το κατεβάζει απ’ το βουνό. Χθες ήταν κάτασπρο, ώς τον Άνω Βόλο… Τακ-τακ… Τα βήματά μας μέσα στη σκοτεινή πόλη. Να κι άλλες σκιές από τους γύρω δρόμους, βιαστικές κι αυτές, συγκλίνουν προς έναν και μοναδικό προορισμό. Και το χιόνι χοροπηδάει γύρω μας… Φτάσαμε. Το φως ξεπηδάει από τα πολλά παράθυρα του Αγίου Κωνσταντίνου κι εμείς πλησιάζουμε στην είσοδο. Μέσα ήδη κόσμος πολύς. Και ζεστασιά, επιτέλους. Παγκάρι, κερί – ο πατέρας παίρνει τη θέση του πίσω από το παγκάρι, ως επίτροπος που είναι, όπως και ο κύριος Θόδωρος Κανελλής, ο κύριος Κάμπας κι ο κύριος Γιάνναρος, ο ξυλουργός. Λειτουργία των Χριστουγέννων! Εκεί, στην απαστράπτουσα, τη μεγαλοπρεπή Βασιλική των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης.

Μια μυστηριακή και ταυτόχρονα κατανυκτική ατμόσφαιρα. Στο δεξί ψαλτήρι ο αείμνηστος πρωτοψάλτης Σταυράκης, στο αριστερό ο μετέπειτα διάδοχός του Καποδίστριας, αείμνηστος, πλέον, κι αυτός. – «Δεύτε ίδωμεν πιστοί πού εγεννήθη ο Χριστός…» – «Χριστός γεννάται δοξάσατε…». Πανδαισία! Ύμνοι μοναδικοί. Και λειτουργία, αλήθεια, μεγαλοπρεπής! Όλη η ατμόσφαιρα μέσα στον Ναό μοναδική. Μεγαλειώδης! Σκέφτομαι… Τελικά είχε δίκιο ο πατέρας, που από νωρίς παραμονή με παρότρυνε να έρθω μαζί του. «Έλα και θα ιδείς, Δημήτρη. Δεν θα χάσεις. Είναι κάτι το ιδιαίτερο, το εξαιρετικό». Είχε δίκιο. Με το «Δι’ ευχών…», γύρω στις 8.30, και με το αντίδωρο στο χέρι, μοιράζοντας ευχές δεξιά κι αριστερά σε γνωστούς και φίλους, βγαίνουμε στο προαύλιο, έχει φέξει πλέον… Ο κόσμος σκορπίζει γρήγορα. Ο ουρανός άσπρος, πέρα ώς πέρα, χαρακτηριστικό χρώμα του χιονιά. Κρύο! Χιονίζει κανονικά πλέον. Η θάλασσα μπροστά μας αχνίζει. Έτσι κάνει πάντα σε χιονιά. Χριστούγεννα, λευκά Χριστούγεννα, όπως τα έχει πλάσει η φαντασία μας. Ανεβαίνουμε τη Φιλίππου Ιωάννου, για το σπίτι. Το στρώνει στα πεζοδρόμια, μα και στον δρόμο. Οι στέγες είναι ήδη κάτασπρες. Χιονισμένα Χριστούγεννα. Στο σπίτι μας περιμένει η μάνα και ο μικρός Χαράλαμπος.

Από τότε αυτή η μοναδική πρωινή, ανεπανάληπτη μυσταγωγία, έγινε για μένα παράδοση. Το λένε και τα Κάλαντα της μέρας: «και σας καληνυχτίζουμε / πέσετε, κοιμηθείτε, ολίγον ύπνο πάρετε, / πάλι να σηκωθείτε, στην εκκλησιά να τρέξετε / με όλην προθυμίαν και του Χριστού ν’ ακούσετε / την θείαν ευλογίαν. Από τότε λοιπόν, κάθε χρονιά, χαράματα Χριστούγεννα, τακ-τακ… τακ-τακ… τακ-τακ… Τα βήματά μου αντηχούν μέσα στο πρωινό σκοτάδι και το τσουχτερό κρύο. ΔΕΚΕΜΒΡΗΣ ΓΑΡ… 25… ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΑ.
Αθήνα, 21 Δεκεμβρίου 2020

 

Προηγούμενο ΆρθροΕπόμενο Άρθρο
Μοιραστείτε το