Πολιτισμός

Χρήστος Χωμενίδης: Ωραία ζει όποιος δεν παραιτείται στιγμή από το κυνήγι της ευτυχίας

xomenidis

Ο Χρήστος Χωμενίδης είχε δώσει μία από τις πρώτες συνεντεύξεις για το βιβλίο του «Νίκη», που πήρε το βραβείο στην κατηγορία καλύτερο ελληνικό μυθιστόρημα των βραβείων Public 2015-στις Διαδρομές της εφ.Θεσσαλία και στη Χαριτίνη Μαλισσόβα.
Είχε αποκαλύψει το λόγο για τον οποίο έγραψε την ιστορία της μητέρας του φωτίζοντας πλευρές της πρόσφατης ιστορίας της Ελλάδας, για το πόσο εύκολο είναι να διαχειριστεί ένας συγγραφέας την ιστορία ενός τόσο κοντινού προσώπου αλλά και μιας ολόκληρης χώρας σε τόσο δύσκολες πολιτικές και κοινωνικές συγκυρίες ενώ εξήγησε γιατί αφιέρωσε το βιβλίο στη μικρή του κόρη, συνονόματη της γιαγιάς Νίκης.

Νίκη, ο τίτλος του βιβλίου σας ,το όνομα της μητέρας σας, που έφυγε το 2008.Πότε αποφασίσετε να γράψετε την ιστορία της;

Όταν μού δημιουργήθηκε η λαχτάρα να μεταφέρω στην κόρη μου –η οποία λέγεται επίσης Νίκη- έναν κόσμο που η ίδια δυστυχώς δεν πρόφτασε: Τον κόσμο των ανιόντων μου, γονέων, παππούδων, θείων, οι οποίοι έφυγαν όλοι από την ζωή πριν εκείνη γεννηθεί. Το βιβλίο μου δεν συνιστά τόσο φόρο τιμής προς την μεγάλη Νίκη όσο χρέος προς την μικρή Νίκη.

Διαχειριστήκατε την προσωπικότητα μιας γυναίκας ,και μάλιστα της μητέρας σας, ως γυναίκα ,κόρη ,εγγονή ( διηγείται η ίδια όσα διαδραματίζονται στο βιβλίο) .Πόσο δύσκολο ήταν ; Πόσο κοντά ήσαστε με τη μητέρα σας όσο ήταν εν ζωή;

Όσο κοντά ή μακριά και αν βρισκόμασταν τον καιρό που ζούσε, εκείνο που όταν πέθανε κατάλαβα ήταν ότι αποτελούσε το πιο σταθερό σημείο αναφοράς μου. Δεν μέναμε μαζί, δεν είχαμε τον ίδιο τρόπο ζωής, συχνότατα διαφωνούσαμε. Της ανοιγόμουν ωστόσο περισσότερο απ’ό,τι σε οποιονδήποτε άλλον; Ξέρετε γιατί; Διότι δεν έκρινε. Δεν έβαζε ταμπέλες στους ανθρώπους, δεν πίστευε σε δόγματα και σε άκαμπτες θεωρίες. Διέθετε την ωριμότητα εκείνου που αφήνει τη ζωή να τον εκπλήσσει.

Αφότου πέθανε κι όσο περνάει ο καιρός συνειδητοποιώ ότι αρχίζω να της μοιάζω. «Για κοίτα! Μιλάω σαν την μάνα μου!» διαπιστώνω όλο και πιο συχνά. Μπορεί βέβαια και είναι και ζήτημα ηλικίας. Μεγαλώνω βλέπετε…

Εισέπραξα έντονα συναισθήματα αγάπης ,σεβασμού και θαυμασμού τόσο απέναντι στη μητέρα σας αλλά και στον πατέρα σας ,σε όλη τη διάρκεια της ανάγνωσης.Πόσο έντονο και καθοριστικό ήταν για εσάς το πατρικό πρότυπο;

Ο πατέρας μου είναι ο ήρωάς μου. Ο άνθρωπος που μου διάβασε στα τρία μου τον Δον Κιχώτη («και ό,τι καταλάβει…» έλεγε σε εκείνους που έκριναν το βιβλίο ακατάλληλο για την ηλικία μου), που με έμαθε να ακούω κλασσική μουσική, να κάνω ποδήλατο, που με πρωτοπήγε στον κινηματογράφο και στο θέατρο. Ζήσαμε λίγα χρόνια μαζί – πέθανε στα σαραντοχτώ του, πριν συμπληρώσω εγώ τα δεκατρία. Είχα την τύχη ή την ατυχία να μην προφτάσω να τον κατεδαφίσω, όπως κάνουν τα αγόρια στους πατεράδες τους κατά την εφηβεία. Κληρονόμησα το χιούμορ του και την μποέμικη αντίληψη του περί ζωής. Καμιά φορά τον βλέπω στον ύπνο μου: Ότι δεν έχει –λέει- πεθάνει, έχει απλώς μετακομίσει σε μιαν άλλη γειτονιά της Αθήνας, έχει ξαναπαντρευτεί, έχει άλλα παιδιά. Ξυπνάω οργισμένος. Αντιλαμβάνεσθε τι τραύμα μού δημιούργησε ο θάνατός του…

Μια δική μου-και πιστεύω και κάθε αναγνώστη- επισήμανση είναι ότι,ενώ διαχειρίζεστε μια δύσκολη ιστορικά περίοδο,ωστόσο δεν κατευθύνετε τον αναγνώστη να πάρει θέση απέναντι στους ήρωές σας. Πόσο δύσκολο ήταν να κρατήσετε ασφαλείς αποστάσεις,να είστε αντικειμενικός και με την άλλη πλευρά;

Ο μυθιστοριογράφος οφείλει να φωτίζει όλες τις πτυχές του κόσμου που περιγράφει. Να βρίσκει και να αναδεικνύει το δίκιο του κάθε ήρωα του, ακόμα και του εκ πρώτης όψεως πιο αντιπαθούς. Αυτό αποτελεί βασικό κανόνα της τέχνης μας.

Είχα την τύχη να συναναστραφώ στη ζωή μου και με αριστερούς και με δεξιούς, να εγκύψω και στις δύο πλευρές. Απέβαλα έτσι από μικρός κάθε φανατισμό, κάθε μονόχορδη αντίληψη της Ιστορίας.

Η «Νίκη» επ’ουδενί είναι ένα στρατευμένο μυθιστόρημα. Αφηγείται την πορεία μέσα στον 20ο αιώνα μιάς οικογένειας που περιλάμβανε στους κόλπους της και κοινωνικούς αγωνιστές και τύπους του κατεστημένου και καλλιτέχνες και τυχοδιώκτες. Στον αναγνώστη εναπόκειται να βγάλει τα συμπεράσματά του.

 Αναφορά στο πρόσωπό σας δεν γίνεται ,παρά σε τρεις μόλις σελίδες,και μάλιστα με τη μητέρα σας να σας αναφέρει όχι με το όνομά σας ,αλλά ως «μεγάλο αγόρι» και ως «σύμβολο,που προσωποποιούσε αυτό που κατά βάθος ποθούσα»,σαν σκηνή από το μέλλον.Εκφράζετε την βαθιά επιθυμία του γιου να είναι για τη μητέρα του το πιο σημαντικό κομμάτι της ζωής της;

Μετά τον θάνατο του πατέρα μου, έγινα –δίχως αμφιβολία- το πιο σημαντικό πρόσωπο για την μάνα μου. Όποτε ωστόσο ανακεφαλαίωνε την ζωή της, επέλεγε ως κορυφαία στιγμή όχι τη δική μου γέννηση αλλά την «επανάσταση» που έκανε απέναντι στο οικογενειακό της περιβάλλον όταν ερωτεύτηκε και κλέφτηκε.

Σε αντίθεση με πάρα πολλές μητέρες αγοριών, ιδίως στην Ελλάδα, η μάνα μου έκοψε εγκαίρως τον ομφάλιο λώρο και με άφησε να ακολουθήσω την δικιά μου πορεία. Το «μεγάλο αγόρι» στο τέλος του μυθιστορήματος είναι ο άνθρωπος που αφήνει πίσω της πεθαίνοντας, χωρίς να τον επιβαρύνει με αναπάντητα ερωτήματα και ανοιχτούς λογαριασμούς. Είναι η απτή απόδειξη πως η ζωή θα προχωρήσει και μετά από εκείνην. Εκείνη όμως ποτέ δεν θα’ναι ολοκληρωτικά απούσα…

Παρόλο που έζησε αντιφατικές και αντικειμενικά δύσκολες καταστάσεις,η Νίκη δε χάνει την αισιοδοξία της και την όρεξή της για ζωή,αλλά καταφέρνει να γίνει αντικειμενικός κριτής προσώπων και καταστάσεων,χωρίς μελοδραματισμούς και συναισθηματικές εξάρσεις.Πώς θυμάστε,ωστόσο, τη μητέρα σας εσείς;

Ως μία πάρα πολύ όμορφη γυναίκα, που διατηρούσε εντός της τον κοριτσίστικο εαυτό της. Που έβρισκε τη χαρά στα μικρά πράγματα, μάζευε λουλούδια, ζωγράφιζε βότσαλα, έφτιαχνε φανουρόπιτες. Που ενσάρκωνε αυτό που αποκαλώ «ανθρωπιστική αριστερά»: Πίστευε στην ανάγκη διαρκούς διεύρυνσης της πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής δημοκρατίας, απεχθανόταν τη βία και τη μισαλλοδοξία, δεν είχε ίχνος σνομπισμού απέναντι στον οποιονδήποτε. Την περιγράφω σχεδόν σαν αγία; Και όμως όσο ζούσε, τσακωνόμασταν συχνότατα. Για ασήμαντα ως επι το πλείστον θέματα. Όπως κάνουν όσοι αγαπιούνται.

Η φράση που με άγγιξε ιδιαίτερα ήταν η φράση προς τη μητέρα σας: “Ωραία τα κατάφερες,Νίκη,ωραία έζησες».Ποια χαρακτηριστικά πρέπει να έχει μια ζωή για να είναι ωραία;
 
Ωραία ζει όποιος παίρνει τη ζωή του στα χέρια του, ξεφεύγει από την πεπατημένη, επιλέγει ελεύθερα, αναλαμβάνει όμως και την ευθύνη των επιλογών του. Ωραία ζει όποιος ανακατεύεται με τους ανθρώπους, συνάπτει σχέσεις, ρισκάρει, πέφτει και ξανασηκώνεται. Ωραία ζει όποιος δεν παραιτείται ούτε στιγμή από το κυνήγι της ευτυχίας. Δεν ήρθαμε στον κόσμο ούτε για να ζευτούμε σε κάποιο μαγγανοπήγαδο ούτε για να δικαιώσουμε τα απωθημένα κανενός ούτε καν για να αφήσουμε το ίχνος μας στην Ιστορία. Ας απολαύσουμε τη σύντομη βόλτα μας σε αυτόν εδώ τον ολάνθιστο κήπο και όταν μάς δείξουν την έξοδο, ας τον αποχαιρετήσουμε με ένα πλατύ χαμόγελο…

Κριτική βιβλίου

νικη

Με κεντρικό πρόσωπο τη μητέρα του,Νίκη ,κόρη πολιτικού της αριστεράς, ο Χρήστος Χωμενίδης στο μυθιστόρημά του,ξετυλίγει παράλληλα και την ιστορία της Ελλάδας στον 20ό αιώνα.

Χωρισμένο σε πέντε καλογραμμένα κεφάλαια,: «Πριν από τη Νίκη», «Το παιδί της εκδίκησης», «Στον Λευκό πύργο», «Ο έξω κόσμος» και «Γυναίκα», και με την ίδια την ηρωίδα δια της πένας του συγγραφέα,η Νίκη ,στις 500σελίδες του βιβλίου, διατρέχει τη ζωή των προγόνων της, τα χρόνια της ανάδειξης του πατέρα της ως ηγετική μορφή της Αριστεράς,την περίοδο της βαθιάς παρανομίας με τα 7 χρόνια χωρίς επαφή με τον έξω κόσμο,την περίοδο της επανένταξης στο κοινωνικό περιβάλλον μέχρι και τη γνωριμία της με το σύζυγο και μεγάλο έρωτα της ζωής της και το θάνατό της.

Ο αναγνώστης ,άλλοτε ως ιστορικός παρατηρητής και άλλοτε ακολουθώντας τη μυθιστορηματική αφήγηση ,γυρίζει γύρω από την πλοκή που οΧ. Χωμενίδης, αλλάζοντας τα ονόματα των χαρακτήρων, επενδύει με περισσότερο μύθο την πραγματικότητα,χωρίς,ωστόσο,να αλλοιώσει την ιστορική ακρίβεια.

Με έντονα συναισθήματα σεβασμού και αγάπης προς τη μητέρα του,αλλά και προς τον πατέρα του που έχασε σε τρυφερή ηλικία, διαχειρίζεται με επιτυχία τις πολλαπλούς ρόλους της ως παιδί,γυναίκα ,κόρη εγγονή,μητέρα εστιάζοντας στην προσωπικότητα και στις ψυχολογικές διακυμάνσεις που βιώνει μεγαλώνοντας μέσα σε δύσκολες καταστάσεις ( όταν αποφασίζει να ακολουθήσει τους γονείς της.)

Διαχειρίζεται επίσης με επιτυχία μια δύσκολη ιστορικά περίοδο: φωτίζει όλες τις πτυχές του κόσμου που περιγράφει ,χωρίς φανατισμό, κρατά ασφαλείς αποστάσεις από γεγονότα και πρόσωπα,αφού και η ίδια η Νίκη «δεν έβαζε ταμπέλες και δεν πίστευε σε δόγματα και άκαμπτες θεωρίες,αλλά και ο ίδιος ο συγγραφέας πιστεύει πως ο μυθιστοριογράφος οφείλει να αναδεικνύει το δίκιο κάθε ήρωα,ακόμα και του -εκ πρώτης όψεως-πιο αντιπαθούς

Το βιβλίο,αφιερωμένο στην κόρη του Νίκη,αποτελεί,όπως λέει και ο ίδιος,όχι τόσο φόρο τιμής στη μητέρα του Νίκη όσο χρέος προς την κόρη Νίκη με την επισημείωση : «Για να απελευθερωθείς από το παρελθόν πρέπει να το γνωρίσεις.»

Ένα εξαιρετικά καλογραμμένο βιβλίο από την αρχή ως το τέλος.

Ένα από τα πιο ωραία αναγνώσματά μου.

Προηγούμενο ΆρθροΕπόμενο Άρθρο

Μοιραστείτε το