Ελλάδα

Αντισυνταγματικές οι αναδρομικές περικοπές των αποδοχών των καθηγητών των ΑΕΙ

συμβούλιο επικρατείας

Αντισυνταγματικές κρίθηκαν από τη Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ) οι περικοπές των αποδοχών και επιδομάτων που έγιναν σε εφαρμογή της μνημονιακής νομοθεσίας στους καθηγητές των Πανεπιστημίων και γενικότερα στα μέλη του Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού (ΔΕΠ) των ΑΕΙ.

Πάντως, η Ολομέλεια του Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου αποφάσισε ότι η απόφασή της έχει εφαρμογή για όλους τους Πανεπιστημιακούς καθηγητές, κ.λπ. από σήμερα που δημοσιεύθηκε και δεν έχει αναδρομική εφαρμογή για το σύνολο της πανεπιστημιακής κοινότητας.

Αντίθετα, αναδρομική εφαρμογή από 1.8.2012 έχει η επίμαχη απόφαση μόνο για τους τρεις καθηγητές του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών που είχαν προσφύγει στο ΣτΕ.

Έτσι, η Κυβέρνηση δεν θα καταβάλλει αναδρομικά από  1.8.2012 τις διαφορές αποδοχών των καθηγητών, κ.λπ. των ΑΕΙ, όπως υπόχρεοι για  τους ενστόλους και δικαστές.

Όμως, πρέπει οι αποδοχές των μελών του ΔΕΠ των ΑΕΙ από τη 1η  Ιανουαρίου 2015 να αναπροσαρμοστούν στο προ της 1ης Αυγούστου 2012 οικονομικό καθεστώς.

Ειδικότερα, τα τρία μέλη του ΔΕΠ ζητούσαν με την προσφυγή τους στο ΣτΕ να κηρυχθούν αντισυνταγματικές οι μειώσεις που επέφερε στις αποδοχές τους αναδρομικά ο νόμος 4093/2012  και η από 14.11.2012 απόφαση του αναπληρωτή υπουργού Οικονομικών.

Όπως ανέφεραν, απώλεσαν χρήματα από 1.8.2012 έως 30.4. 2013 (την τελευταία, δεύτερη ημερομηνία   κατατέθηκε η προσφυγή στο ΣτΕ) λόγω των περικοπών που επιβλήθηκαν με τον Ν. 4093/2012 (Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013−2016)

Υπενθυμίζεται ότι ο συγκεκριμένος νόμος επέβαλλε σειρά μέτρων σε μισθωτούς και συνταξιούχους με στόχο η κυβέρνηση να εξοικονομήσει 18,1 δισ. ευρώ. Μάλιστα, οι τρεις καθηγητές της ιατρικής, φιλοσοφικής και οδοντιατρικής ζητούσαν να αποζημιωθούν με ποσά από 3.426 έως 6.801 ευρώ ο καθένας.

Οι καθηγητές υποστήριζαν ότι οι αποδοχές τους μετά και τις προηγούμενες αλλεπάλληλες μειώσεις (βάση προγενέστερων νόμων) δεν επαρκούν για την άσκηση των ακαδημαϊκών τους καθηκόντων ούτε όμως και για να καλύπτουν τα έξοδα διαβίωσης τους.

Ωστόσο, το ΣΤ’ Τμήμα του ΣτΕ τον περασμένο Αύγουστο απέρριψε όλους τους ισχυρισμούς των μελών ΔΕΠ και έκρινε ότι με τις μειώσεις του Ν. 4093/2012 δεν παραβιάζονται οι διατάξεις του Συντάγματος που κατοχυρώνουν την ισότητα, την αναλογικότητα, την αξιοκρατία και την ιδιοκτησία, κ.λπ. και ούτε θίγεται το πρώτο πρόσθετο πρωτόκολλο της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ).

Το ΣΤ΄ Τμήμα του ΣτΕ παρέπεμψε για οριστική κρίση την υπόθεση  στην Ολομέλεια του Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου λόγω της σπουδαιότητας νομικών ζητημάτων που ανέκυπταν.

Τώρα η Ολομέλεια του ΣτΕ με την υπ΄ αριθμ. 4741/2014 απόφασή της (πρόεδρος ο Σωτήρης Ρίζος και εισηγήτρια η σύμβουλος Επικρατείας Ελένη Παπαδημητρίου) υπογραμμίζει ότι το νομοθετικό πλαίσιο για τις αναδρομικές μειώσεις των αποδοχών των πανεπιστημιακών «αντίκεινται στο άρθρο 16 του Συντάγματος και την απορρέουσα από αυτό αρχή της «ιδιαίτερης μισθολογικής μεταχείρισής» τους, καθώς και προς τις αρχές της αναλογικότητας και της ισότητας στα δημόσια βάρη».

Ακόμη, οι σύμβουλοι Επικρατείας σημειώνουν: «Εν όψει της καθιερουμένης στο άρθρο 25 παράγραφος 4 του Συντάγματος αξιώσεως του Κράτους να εκπληρώνουν όλοι οι πολίτες το χρέος της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης, δεν είναι επιτρεπτό η επιβάρυνση, από τα μέτρα που λαμβάνονται προς αντιμετώπιση  δυσμενούς και παρατεταμένης οικονομικής συγκυρίας, να επιβαρύνει πάντοτε συγκεκριμένες κατηγορίες πολιτών.

Και ναι μεν ο νομοθέτης δύναται να λαμβάνει μέτρα περιστολής των δημοσίων δαπανών εις βάρος όσων λαμβάνουν μισθό ή σύνταξη από το δημόσιο ταμείο, λόγω της άμεσης εφαρμογής και αποτελεσματικότητας των επιβαλλομένων μέτρων για τον περιορισμό του δημοσίου ελλείμματος, η εξουσία του όμως αυτή δεν είναι απεριόριστη, αλλά έχει ως όριο τις συνταγματικές αρχές της αναλογικότητας, της ισότητας στην κατανομή των δημοσίων βαρών και του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, οι οποίες επιτάσσουν το βάρος της δημοσιονομικής προσαρμογής να κατανέμεται μεταξύ όλων των κατηγοριών απασχολουμένων στο δημόσιο, όσο και στον ιδιωτικό τομέα, όπως, επίσης, και των ασκούντων ελευθέριο επάγγελμα, δεδομένου, μάλιστα, ότι η βιωσιμότητα των δημοσίων οικονομικών είναι προς όφελος όλων».

Σε άλλο σημείο της απόφασης της Ολομέλειας του ΣτΕ επισημαίνεται: «Ο νομοθέτης επεφύλαξε διαχρονικώς στα μέλη ΔΕΠ των ΑΕΙ ιδιαίτερη μισθολογική μεταχείριση, με αποδοχές προβλεπόμενες ειδικώς στο νόμο, κατ’ εκτίμηση των ειδικών συνθηκών άσκησης του λειτουργήματός τους, και ύψους αναλόγου προς την σπουδαιότητα του εν λόγω λειτουργήματος. H ευνοϊκή αυτή μεταχείριση δεν ταυτίζεται με εκείνη των αμέσων πολιτειακών οργάνων του κράτους, η οποία θεμελιώνεται στο άρθρο 26 του Συντάγματος και, ειδικότερα, όσον αφορά τους δικαστικούς λειτουργούς, κατοχυρώνεται και ρητώς στο άρθρο 88 παράγραφος 2 αυτού, το οποίο επιτάσσει ευθέως την χορήγηση σ΄ αυτούς, με ειδικό νόμο, αποδοχών αναλόγων προς το λειτούργημά τους.

Προκειμένου, όμως, για τους πανεπιστημιακούς λειτουργούς η ιδιαίτερη μισθολογική τους μεταχείριση απορρέει εμμέσως εκ της, υπό του Συντάγματος (άρθρο 16), αναγνωρίσεώς τους ως δημοσίων λειτουργών  με ιδιαιτέρας σημασία αποστολή, οι οποίοι είναι αναγκαίο να έχουν και ιδιαιτέρως αυξημένα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα».

Πηγή:protothema.gr

Προηγούμενο ΆρθροΕπόμενο Άρθρο

Μοιραστείτε το