Τοπικά

Άνοιξαν 513 επιχειρήσεις και έκλεισαν 269 το α’ εξάμηνο 2018 στη Μαγνησία

Μπορεί μέσα στο πρώτο εξάμηνο του 2018 οι εγγραφές επιχειρήσεων στη Μαγνησία να είναι σχεδόν διπλάσιες από τις διαγραφές και να δημιουργεί έναν ενθαρρυντικό τόνο για την προοπτική της επιχειρηματικότητας στην περιοχή μας, ωστόσο αυτό που φαίνεται από μια πιο ενδελεχή ανάλυση των στοιχείων του Επιμελητηρίου, είναι πως τα περισσότερα επιχειρηματικά «ανοίγματα» πραγματοποιήθηκαν στον αναπτυσσόμενο μέσα στην κρίση χώρο της γρήγορης εστίασης και του καφέ.

Πιο αναλυτικά για το πρώτο εξάμηνο του 2018 οι εγγραφές επιχειρήσεων ανήλθαν στις 513 και οι διαγραφές στις 269, δηλαδή θετικό ισοζύγιο κατά 244.
Μάλιστα το θετικό αυτό ισοζύγιο καταγράφεται και στους τέσσερις κλάδους. Στον εμπορικό κλάδο έκαναν έναρξη 102 επιχειρήσεις και διαγραφή 82, άρα συν 21.
Στη μεταποίηση εγγράφηκαν 28 επιχειρήσεις και διαγράφηκαν 19, συν εννιά επιχειρήσεις. Στον τουριστικό κλάδο οι εγγραφές ανήλθαν στις 65 και οι διαγραφές στις 31, συν 34.
Τέλος στον κλάδο των υπηρεσιών οι εγγραφές ανήλθαν στις 318 και οι διαγραφές στις 139, δηλαδή θετικό ισοζύγιο κατά 180.
Επίσης από τις 513 νέες επιχειρήσεις που άνοιξαν, οι 310 έχουν τη νομική μορφή της ατομικής επιχείρησης.

Τόνωση αγοράς, αλλά…
Ο πρόεδρος του Επιμελητηρίου Μαγνησίας κ. Τέλης Μπασδάνης τόνισε πως «από τα στοιχεία φαίνεται να δημιουργείται μια ενθαρρυντική εικόνα, καθώς οι εγγραφές επιχειρήσεων είναι για το πρώτο εξάμηνο σχεδόν διπλάσιες από τις διαγραφές. Βέβαια προχωρώντας σε μια πιο ενδελεχή ανάλυση των στοιχείων διαπιστώνουμε πως το μεγαλύτερο κομμάτι των εγγραφών γίνεται στον τομέα των υπηρεσιών. Εκεί υπάρχει θετικό ισοζύγιο κατά 180 εγγραφές επιχειρήσεων, όπου όμως το μεγαλύτερο ποσοστό από αυτές είναι το γρήγορο καφέ και η εστίαση. Δηλαδή πρόκειται για επιχειρήσεις για τις οποίες η εμπειρία δείχνει ότι δεν έχουν διάρκεια ζωής πάνω από ένα χρόνο».

Αλλάζουν χέρια
Ο κ. Μπασδάνης υπογράμμισε πως «μέσα στην αγωνία τους πολλοί όταν κλείνουν οι επιχειρήσεις που εργάζονταν, στρέφονται στη γρήγορη εστίαση η οποία έχει το πλεονέκτημα πως δεν απαιτεί μεγάλα έξοδα αγοράς και συντήρησης εξοπλισμού και ύπαρξης αποθέματος, δηλαδή στοκ. Προσφέροντας κατά μέσα όρο ένα ποσό γύρω στα 5.000 ευρώ για την αγορά της επιχείρησης, ο υπεύθυνος μπαίνει στο μαγαζί και αρχίζει να πουλά τα προιόντα του. Βέβαια θα πρέπει να προσμετρηθούν και τα έξοδα του κάθε μήνα, για την ασφάλιση, το ενοίκιο, το τέλος επιτηδεύματος, την εφορία, τη ΔΕΗ που δεν είναι και λίγα και τα οποία τον μήνα μπορεί να φτάσουν ακόμη και τα 600 ευρώ (ειδικά για ΔΕΗ, ασφάλιση και ενοίκιο). Αν μάλιστα δεν έχει γίνει καλή επιλογή σημείου λειτουργίας της επιχείρησης ή ο υπεύθυνος δεν κατευθύνει, όπως θα έπρεπε την επιχείρησή του, οι κίνδυνοι να κλείσει αυξάνονται. Σε συνδυασμό δε με την υψηλή φορολογία-29% επί των κερδών και προκαταβολή φόρου 100%-προκύπτει το φαινόμενο οι περισσότερες επιχειρήσεις αυτού του είδους να κλείνουν γρήγορα, συνήθως μέσα σε ένα χρόνο.
Ο κ. Μπασδάνης σημείωσε πως «εμείς θέλουμε να δούμε περισσότερες εγγραφές επιχειρήσεων στη μεταποίηση που δημιουργεί και περισσότερες θέσεις εργασίας. Βέβαια σε αυτούς τους καιρούς που ζούμε, δεν είναι εύκολο».
Ένα ακόμη ενδιαφέρον στοιχείο είναι πως οι περισσότερες επιχειρήσεις έχουν τη νομική μορφή της ατομικής επιχείρησης.

Προηγούμενο ΆρθροΕπόμενο Άρθρο

Μοιραστείτε το