Θ Plus

Ανάβαση στην Καλή Λίμνη της Καρπάθου

Του Κυριάκου Παπαγεωργίου

Οδηγώντας τη Γιαμάχα μου, φορτωμένη έως απάνω, μέσα στην άγρια, φυσερή και αφέγγαρη νύχτα, δεν είχα άλλη επιλογή παρά να πηγαίνω στα τυφλά, διασχίζοντας ένα από τα πιο άγρια τοπία της καρπάθιας βουνογραφίας. Οδηγούσα κάτω από δραματικές συνθήκες, από τη Σπόα της Καρπάθου έως την Όλυμπο. Είκοσι δύο χωμάτινα, δύσκολα χιλιόμετρα.
Αφού οδήγησα 65 χιλιόμετρα συνολικά από τα Πηγάδια της Καρπάθου μέχρι το Διαφάνι έφτασα στον προορισμό μου την ώρα που ο ήλιος και ρόδιζε η ανατολή κατά τη Ρόδο, φτάναμε, δίχως μανέτα, αλλά ακέραιοι, σκονισμένοι, μπαϊλντισμένοι μα τροπαιούχοι, στο λιμανάκι της Βόρειας Καρπάθου, διότι στη διαδρομή ο αέρας μας πήρε τη μοτοσικλέτα και την πέταξε κάτω σπάζοντας το λεβιέ ταχυτήτων…
Κοίταξα τελευταία φορά το βουνό, όπως θαμποχάραζε πίσω μου και μού φάνηκε πως με λοιδορούσε. Άκου όνομα για βουνό! «Καλή Λίμνη», λέει…

Η Έλυμπος από ψηλά

Ανάβαση στην Καλή Λίμνη
Το άλλο πρωί φρόντισα να μεταφέρω τη μοτοσυκλέτα στα Πηγάδια με ένα φερυμποτάκι που έκανε το δρομολόγιο Πηγάδια – Διαφάνι. Να βρω μανέτα και να την περάσω στο τιμόνι.
Ένας καλός άνθρωπος βρήκε μια, αλλά ήθελε πολλή δουλειά για να την ταιριάξει. Περίμενα κανα-δυο ώρες και στο τέλος κουτσά στραβά προσαρμόστηκε η μανέτα, καβάλησα τη μηχανή κι αποφάσισα να επιστρέψω, από τον ίδιο δρόμο, στο Διαφάνι.
Ανεβαίνοντας τις στροφές για το βουνό της Καλής Λίμνης έριξα μια ματιά στον χάρτη που έδειχνε το υψόμετρο και την πορεία για την κορυφή της. Περνούσα σχετικά κοντά από ένα οροπέδιο που λεγότανε Λάστος, από το οποίο σχεδιαζότανε στον χάρτη ένα μονοπάτι φιδωτό για την κορφή της Καλής Λίμνης που είχε τελικό υψόμετρο 1.215 μέτρα.
Πήρα την απόφαση να ξεσκουριάσω λίγο τις κλειδώσεις. Το βουνοκάμπι εκείνο ήταν ένας αληθινός ορεινός παράδεισος. Στο τέρμα του μάλιστα υπήρχε ένα πανέμορφο, ασβεστωμένο μαγαζάκι, με σκεπαστή αυλή, ένα καταπράσινο σφεντάμι, ένα μικρό σιντριβάνι για βουτιές κι ένας κήπος που είχε όλα τα ζαρζαβατικά.
Εκεί έγινε κι η γνωριμία με τον Θανάση Βογιατζιδάκη. Έναν ιδανικό πρόξενο της Καρπάθου, γνήσιο τέκνο της Κρήτης, κι απ’ ό,τι έμαθα ύστερα από λίγες ώρες, πασίγνωστο στη Βιέννη και σε όλη την Αυστρία.

Μια Ελυμπίτισσα ανεβαίνει στο βουνό φορτωμένη

*
Γύρω – γύρω ευώδιαζε ο τόπος από τα μυρωδικά, τα βότανα και τ’ αγριολούλουδα. Παρατήρησα μάλιστα πως ο ιδιοκτήτης της ταβέρνας με την επωνυμία «Καλή Λίμνη και καλή καρδιά» διέθετε και λίγα δωμάτια για διανυκτέρευση.
Τον ερώτησα για το μονοπάτι, μου έδειξε πίσω από το μαγαζί του μια αλάνα, όπου είχαν κι άλλοι «κουζουλοί» αφημένα τ’ αμάξια και τα μηχανάκια τους και μου ’δειξε μια πινακίδα ορειβατική που έδειχνε την αρχή του μονοπατιού.
Το πήρα ανηφορίζοντας, καθώς ήταν καλογραμμένο και καθαρό, βαδίζοντας επάνω σε ένα αμιγές υποαλπικό τοπίο (!), διάσπαρτο από βοτανικά δείγματα της ορεινής φύσης. Μοσχοβολούσε ο τόπος. Το έδαφος εντελώς πετρώδες και κατάγυμνο.
Πιο συγκεκριμένα το βουνό της Καρπάθου είναι διάσημο για τα μυρωδικά και τα βοτάνια του. Ειδικότερα ο συντοπίτης μας και μακαρίτης πια, εδώ και κάμποσα χρόνια, καθηγητής Νίκος Μάργαρης στην εισήγηση που έκαμε για την Κάρπαθο με θέμα «Φυτική βιοποικιλότητα και κοινωνική ερημοποίηση στο νησί της Καρπάθου», αναφέρεται στα βότανα του νησιού (σελ. 632) και γράφει: ‘Η Κάρπαθος έχει έκταση μόλις το ένα πέμπτο της Ρόδου, αλλά παρουσιάζεται με τον ίδιο αριθμό φυτών. Έχουν καταγραφεί σ’ αυτήν περί τα 900 είδη. Περίπου τα μισά από την Κρήτη που είναι τριάντα (!) φορές μεγαλύτερη»…
*

Θέα από την κορυφή της Καλής Λίμνης

Όσο ανηφόριζα, τόσο αποκαλυπτόταν το οροπέδιο που έμοιαζε με μια τεράστια λάκα, στο βάθος μιας κιτρινωπής χοάνης. Στη δυτική της άκρια, σε απροσδιόριστο βάθος, ξεχώριζε το μικρό χαριτωμένο συγκρότημα του Βογιατζιδάκη πλέοντας στον ασβέστη και τις πρασινάδες του.
Βάδιζα περίπου μιαν ώρα όταν ξεχώρισα δυο φυσιογνωμίες που κατηφόριζαν το βουνό. Ήταν δυο Αμερικανοί – από τους πολλούς που έρχονται στο νησί – κι ήταν καταχαρούμενοι με τον ήλιο που τους έκαιγε την πλάτη και τον ευλογημένο ουρανό με τον τρισδιάστατο φλογερό ορίζοντα.
Σε μισή ώρα ακόμη – μιάμιση συνολικά – πάτησα κορυφή. Το καθιερωμένο κολωνάκι και από εκεί και πέρα το εύλογο και ασύνορο χάος της Μεσογείου, που έπλεε μέσα στα χαμηλά τεμάχια σύννεφων που τα τρυπούσε ο ήλιος και το κυκλοθυμικό αγέρι.
Μια περισκοπική ματιά στο σύμπαν των Δωδεκανήσων αποκάλυπτε από αυτήν εδώ την ντάπια, την Κάσο, νησόπουλα και βραχονησίδες, μοναχικές και ταξιδιάρικες στο κύμα των ονείρων, αλλά και όλα τα βουνοπλάγια της Καρπάθου, όπως φαινόντουσαν από δω πάνω. Απάτητες παραλίες, στυγεροί μονόλιθοι και χαράκια στη θάλασσα, γκρεμοί και φαράγγια, χωριά ντυμένα στα λευκά κεντήδια των σπιτιών, σωρολιθιές και λιθορέματα, πλαγερά και καταράχια, πετράλωνα, καραούλια και μικρά σκιερά δάση.
Να και η διαδρομή που χάραξα ψες βράδυ με τη μοτοσυκλέτα μου, κάτω από την κορυφή σχεδόν της Καλής Λίμνης, μια εγκάρσια τραβέρσα στον βορρά, δύσκολη και μακρόσυρτη στο απλωτό κορμί του νησιού.
*

Η κορυφή της Καρπάθου στα 1.215 μέτρα

Να όμως κι άλλοι πεζοπόροι, ξένοι σίγουρα που ανεβαίνουν τα ξερόβραχα του νησιού κι ευφραίνονται από τη θέα που προσφέρει η ψηλή ετούτη βίγλα του καρπάθιου πέλαγου, σε όλη την οριζόντια απλωσιά της Μεσογείου.
Ροβολώντας για τη Λάστο σταμάτησα στην «Καλή καρδιά» του Βογιατζιδάκη, στο άλλο πέλαγο των καρπών, των δέντρων και των χυμών, για ένα αναψυκτικό.
Προσώρας δεν υπήρχε κανένας στο δροσερό μαγαζί. Έβγαλα το σημειωματάριό μου και ζήτησα από τον Θανάση λίγες πληροφορίες για τον τόπο. Με κέρασε μαζί με τον λόγο του και ένα πεντηντάρι δική του ρακή, και σε λίγο η Βουλγάρα η μαγείρισσά του έφερε και μερικούς κολοκυθανθούς, γεμιστούς με ρύζι και μυρωδικά, μπουκιά και συχώριο.
Αλλά αυτό που θα συνέβαινε σε λίγο, καθώς είχε πάει τρεις η ώρα, ήταν απροσδόκητο και σχεδόν απίστευτο. Άρχισαν να καταφτάνουν ομάδες – ομάδες οι Αυστριακοί τουρίστες.
Μερικοί έφερναν μαζί τους, σε μικρά μπουκαλάκια το δικό τους …τσίπουρο.
Τι γινότανε; Τους είχε μάθει ο Θανάσης πως ν’ αποστάζουν τα τσάμπουρα και να βράζουν τσίπουρο και του φέρνανε από την Αυστρία το δικό τους απόσταγμα, για να το πιούν όλοι μαζί και να το συγκρίνουν με αυτό που παράγει ο Βογιατζιδάκης…
Σε λίγο η συντροφιά είχε αποκτήσει επικίνδυνες διαστάσεις, τα φαγιά κι οι μεζέδες της Βουλγάρας πηγαίνανε κι ερχόντουσαν, οι Αυστριακοί είχαν μεθύσει και θέλαν μουσική, οπότε ο καρπάθιος κρητικός έπιασε τη λύρα του κι άρχισε τις μαντινάδες του και τα κοτσάκια του.
«Να φύγουν τα μνημόνια – και ο Χριστός να στείλει – και πάλι το χαμόγελο – εις τα δικά μας χείλη», τραγουδούσε ο Θανάσης στους Αυστριακούς, έστω κι αν αυτοί δεν χαμπάριαζαν από μαντινάδες. Κρατούσαν μονάχα τη μουσική, οι αθεόφοβοι.
Κάτω από το σφεντάμι όλη η ξενόφερτη παρέα γλεντούσε πια με όλους τους κανόνες της βακχικής λατρείας. Ο Θανάσης κερνούσε και λυράριζε. Έλεγε πειρατικά αστεία και έσερνε κι από έναν πεντοζάλη.
Κάποια στιγμή κατέφτασε κι ένα ζευγάρι από τη Θεσσαλονίκη. Δεν πρόλαβε να καθίσει και μπήκε κι αυτό στον χορό. Ήταν κι αυτοί μαθές, μέλη του άγραφτου συμβουλίου των Λαστιανών πανηγυράδων. Κάθε Σεπτέμβρη τον αφιερώνουνε στην Κάρπαθο, κι αποτίουν φόρο τιμής στον έξοχο αυτόν «μαιευτήρα» γνήσιων διασκεδαστικών στιγμών που τους ανανεώνει τη ζωή και τους γεμίζει με ενέσεις αισιοδοξίας, ευδαιμονίας και απλόχωρου ελληνικού γλεντιού. Και γίνονται ένα με τους Αυστριακούς κάθε χρόνο, κάτω από τη σκιά του σφενταμιού και κάτω από την μπαγκέτα του Καρπάθιου μαέστρου της ζωής…
*
Αργά το απόγεμα πια είπα να γυρίσω στο Διαφάνι, ξεχνώντας τη μανέτα που είχε σπάσει, την ολονύχτια βεγγέρα στο άγριο σώμα της βορεινής Καρπάθου, τις λαχτάρες που είχα σωρεύσει στην ψυχή μου κι όλα αυτά, χάρη στη γνωριμία με έναν εξ απορρήτων μεταφραστή και εξολκέα της γνήσιας κι αυθεντικής ζωής σε τούτη τη μακρινή και άγνωστη γωνιά της δωδεκανήσιας στιχουργικής πλοκής…
Αν δεν είχε σπάσει η μανέτα ψες το βράδυ, σήμερα δεν θα γνώριζα αυτήν εδώ την κουστωδία των ανέμελων Λαστιανών «προσφύγων». Κι οπωσδήποτε δεν θα είχα τη μεγάλη τύχη – σύμπτωση τη λέω – να γνωρίσω μια ανεπανάληπτη ελληνική ψυχή, με καταγωγή από την Κρήτη, αίμα πελασγικό, πάθος μεσογειακό και ιαμβική κουλτούρα…

Ιούλης του ’10

Προηγούμενο ΆρθροΕπόμενο Άρθρο

Μοιραστείτε το